Κόλλυβα Koliva-Food of Life and Food for the Dead

Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος στην Ελλάδα που κάπου, κάπως, κάποια στιγμή δεν δοκίμασε κόλλυβα, το βρασμένο στάρι που φτιάχνουμε για την μνημόνευση αγαπημένων μας προσώπων που δεν ζουν πια. Ως παιδάκι μου άρεσαν πολύ κι ακόμα θυμάμαι τη λαχτάρα που είχα όταν πήγαινε η μάνα μου σε κάποιο μνημόσυνο ή τα Ψυχοσάββατα στην εκκλησία και τύχαινε να μη με πάρει μαζί, να έρθει και να μου φέρει πίσω στάρι βρασμένο. Άλλοτε ήταν πετυχημένα και πεντανόστιμα, άλλοτε όχι και τόσο, αλλά πάντα τα “τιμούσα” με το παραπάνω, αν και ποτέ δεν μ’ άφηναν να φάω όσα ήθελα: “είναι βαριά, δεν κάνει να φας άλλα, θα πονέσει η κοιλιά σου”, ήταν η συχνότερη απάντηση. Ήμουν παιδάκι, δεν μ’ ένοιαζε και τόσο να “μνημονεύσω” τον όποιο άγνωστο νεκρό (αν κι έλεγα “ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του” όπως με είχε δασκαλέψει η μάνα μου), μ’ ένοιαζε όμως να φάω αυτό το υπέροχο γλύκισμα με τις τόσες διαφορετικές γεύσεις που έσμιγαν αρμονικά στο στόμα. Κι αυτό, για ένα πιτσιρίκι δύσκολο και μίζερο στο φαγητό του, ήταν μάλλον κατόρθωμα.

Κύλησαν τα χρόνια, έφυγα από το πατρικό μου, και οι ευκαιρίες που είχα να δοκιμάσω κόλλυβα ήταν πια ελάχιστες. Ως φοιτήτρια είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή τους, αλλά κι αργότερα όταν ήρθα να ζήσω στην Αθήνα γύρω στα εικοσιτέσσερά μου, δε θα έλεγα ότι υπήρξαν ποτέ στο βιβλίο των συνταγών μου με τις οποίες πειραματιζόμουν στην κουζίνα.

Αραιά και πού, μπορεί να τύχαινε σε κάποια επίσκεψή μου στο πατρικό μου στο Βόλο, να έχει η μάνα μου στο ψυγείο βρασμένο στάρι και να δοκιμάσω ξανά. Αλλά εκείνη η παιδική λαχτάρα και η μαγεία των γεύσεων είχε μάλλον χαθεί. Φυσικά, μέχρι και σήμερα δεν είχε χρειαστεί ποτέ να μπω στη διαδικασία να φτιάξω μόνη μου στάρι για να μνημονεύσω κάποιο νεκρό. Όχι πως δεν υπήρξαν θάνατοι αγαπημένων προσώπων στη ζωή μου, αλλά δεν έτυχε να χρειαστεί να αναλάβω εγώ αυτή την υποχρέωση, ούτε κι όταν έχασα τον πατέρα μου πριν τρία χρόνια.

Φέτος όμως, με το τελευταίο Ψυχοσάββατο να πλησιάζει, βρέθηκα για πρώτη φορά να αναλαμβάνω την υποχρέωση να φτιάξω κόλλυβα στη μνήμη του πατέρα μου, γιατί η μητέρα μου για διάφορους λόγους αδυνατούσε.

Έψαξα κάμποσο στο διαδίκτυο, κράτησα σημειώσεις, συμβουλεύτηκα και τη μάνα μου για τη συνταγή, και τέλος πειραματίστηκα μόνη μου για να καταλήξω σ’ αυτό που θυμόμουν ως γεύση και υφή από τα παιδικά μου χρόνια. Το φτιάξιμό τους μου χάρισε μια μέρα μεγάλης ψυχικής γαλήνης. Η ιδέα ότι έφτιαχνα κάτι με αγάπη, στη μνήμη του πατέρα μου που μου λείπει καθημερινά και πάντα θα μου λείπει, ήταν σχεδόν λυτρωτική και ψυχοθεραπευτική.

Καταλήγω πως δεν έχει ακριβώς σημασία τι πιστεύει κανείς ή αν πιστεύει κάπου. Οι συμβολισμοί έχουν σημασία και λειτουργούν παρηγορητικά και ψυχοθεραπευτικά. Ξεκίνησα να τα φτιάχνω με καθαρό μυαλό, και με αγάπη. Όσο τα έφτιαχνα, θυμήθηκα τον μπαμπά μου, στιγμές από τη ζωή μας μαζί, στιγμές όμορφες και άσχημες, πικρές και γλυκές, κι έβαλα στην παρασκευή τους όση αγάπη είχα για εκείνον, όσα συγγνώμη ήθελα να του πω και κυρίως το ότι του συγχωρούσα όσα κάποτε με πίκραναν και μου δυσκόλεψαν τη ζωή.

Η συνταγή μου είναι η εξής:

Continue reading